Επιλογές

Οι Βιομηχανικές Επαναστάσεις, το Κέρδος, η Σύνθεση του Κεφαλαίου και οι Μορφές Οργάνωσης της Κοινωνικής Παραγωγής

  • Φεβ 19, 2019

Ο πρόεδρος του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ του Νταβός (Κλάους Σβάμπ), το 2018, διατύπωσε την κατεύθυνση που πρέπει να προχωρήσει η «Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση». «Βρισκόμαστε στα πρόθυρα μιας Τεχνολογικής Επανάστασης που θα αλλάξει ριζικά τον τρόπο που ζούμε, εργαζόμαστε και συνδεόμαστε ο ένας με τον άλλον. Αυτή η επανάσταση χτίζεται πάνω στα θεμέλια της 3ης Β.Ε., της ψηφιακής επανάστασης, που έχει προκύψει από τα μέσα του περασμένου αιώνα και χαρακτηρίζεται από μια συγχώνευση των τεχνολογιών που “θολώνει” τις γραμμές μεταξύ της φυσικής, της ψηφιακής και της βιολογικής σφαίρας».

Πως όμως φθάσαμε ως εδώ; Ξεκινάμε με την 1η Βιομηχανική Επανάσταση, όρος που καθιερώθηκε από τον Άγγλο ιστορικό Arnold Toynbee (1852-1883) για να περιγράψει την οικονομική ανάπτυξη της Αγγλίας από το 1760 μέχρι το 1840, που οδηγεί σε μετασχηματισμούς οικονομικούς, κοινωνικούς, πολιτικούς και δημογραφικούς. Η βιομηχανική επανάσταση συνδέεται με το πέρασμα από τις προβιομηχανικές μορφές εργασίας της οικιακής παραγωγής και οικοτεχνίας στο εργοστάσιο που συγκεντρώνει εργάτες και μηχανές στον ίδιο χώρο που εργάζονται κάτω από την επίβλεψη του εργοδότη. Τα χαρακτηριστικά αυτής της επανάστασης είναι:

1. η εκτεταμένη χρήση νέων τεχνικών μέσων που περιόριζαν τη χειρωνακτική εργασία, αυξάνοντας την παραγωγή και μειώνοντας το κόστος των προϊόντων(εκμηχάνιση παραγωγής),

2. η αξιοποίηση νέων μορφών ενέργειας,

3. η εφαρμογή καινοτομιών στη μεταλλουργία,

4. η ανάδειξη του εργοστασίου ως του βασικού χώρου παραγωγής, όπου συγκεντρώθηκε η πλειοψηφία των εργατών,

5. οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης,

6. η μαζική παραγωγή προϊόντων.

Η μαζική παραγωγή, που επιτεύχθηκε απαιτούσε ένα συντονισμένο σύστημα μαζικής διανομής προϊόντων. Το σύστημα αυτό ήρθε µε την λεγόμενη δεύτερη βιομηχανική επανάσταση και χαρακτηρίσθηκε από δημογραφική ανάπτυξη, περαιτέρω αστικοποίηση, σημαντικές καινοτομίες στις μεταφορές και στις επικοινωνίες (σιδηρόδρομος, ατμόπλοια, τηλέγραφος) και χαλάρωση των προστατευτικών μέτρων(δασμοί), που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του 1850 και του 1880.

Η δεύτερη φάση της Βιομηχανικής Επανάστασης χαρακτηρίζεται, από την αποδέσμευση της βιομηχανίας από την υφαντουργία και τη στροφή της παραγωγής στα κεφαλαιουχικά αγαθά καθώς και από την μαζική επένδυση κεφαλαίου, τη δημιουργία πιστωτικών ιδρυμάτων, τα οποία αντλούν τεράστια κεφάλαια από μεγάλο αριθμό μικροεπενδυτών, την επίτευξη τεχνολογικών καινοτομιών, στους τομείς της χημείας, του χάλυβα, των μετάλλων, του τσιμέντου, των ελαστικών, της μηχανικής και της ενέργειας, και την οργάνωση της εργασίας με βάση τη γραμμή παραγωγής. Η εποχή από τα µέσα της δεκαετίας του 1870 μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως εποχή της μαζικής παραγωγής μεγάλης κλίμακας και της μαζικής παραγωγής μεγάλης ταχύτητας και της επιστημονικής διοίκησης. Στον οικονομικό τομέα κυριαρχούν τα μεγάλα βιομηχανικά συγκροτήματα (καρτέλ, τραστ, μονοπώλια) και οι πολύ σημαντικές κυβερνητικές παρεμβάσεις. Ο κόσμος μπήκε στην εποχή του ιμπεριαλισμού, της ένταξης νέων χωρών ως κτήσεων στην παγκόσμια οικονομία όπου κυριαρχούσαν οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες.

Η αγορά προσβλέπει όλο και περισσότερο στην οικιακή κατανάλωση συνέπεια της ανόδου του εισοδήματος των εργαζομένων, αλλά κυρίως της δημογραφικής αύξησης στις αναπτυγμένες χώρες. Μπαίνουμε λοιπόν στην περίοδο της μαζικής παραγωγής ιδίως διαρκών καταναλωτικών αγαθών. Τα κέρδη εξασφαλίζονται χάρη στο διεθνή ανταγωνισμό ανάμεσα σε εθνικές βιομηχανικές οικονομίες, η όξυνση δε αυτού οδηγεί στην οικονομική συγκέντρωση, τον έλεγχο της αγοράς και τον παρεμβατισμό.

Η Τρίτη βιομηχανική επανάσταση χρησιμοποίησε την ηλεκτρονική και την τεχνολογία της πληροφορικής για την αυτοματοποίηση της παραγωγής. Η κατασκευή του ρομπότ απαιτεί την ταυτόχρονη εφαρμογή της μικροηλεκτρονικής, της πληροφορικής και της μηχανικής. Τα χαρακτηριστικά της αυτοματοποιημένης παραγωγής είναι τα παρακάτω:

1. σε όλα τα αυτοματοποιημένα συστήματα μηχανών η εργασία διαιρείται σε επιμέρους εργασίες. Έχουμε, δηλαδή, την αρχική σύλληψη του προγράμματος των Η.Υ., την κατάστρωση του προγράμματος, την προσπάθεια βελτίωσής του κατά τη διάρκεια της εκμετάλλευσής του, τη φόρτωση, την τακτοποίηση, τον καθορισμό των εργαλείων ή του αντικειμένου της εργασίας, την επίβλεψη της επέμβασης της μηχανής πάνω στην πρώτη ύλη, την συντήρηση και επισκευή και το καθάρισμα από τα απορρίμματα της παραγωγής.

2. η συγκεκριμένη εργασία θεωρείται ομοιογενοποιημένη και κατατείνει στον έλεγχο-οδήγηση της αυτόματης μηχανής, κατάλληλη επέμβαση και επαναφορά της λειτουργίας της στην περίπτωση που σταματήσει.

3. η πολυλειτουργικότητα των μηχανών αυτοματοποίησης, δηλαδή, η παραγωγή διαφορετικών προϊόντων από την ίδια μηχανή. Η πολυλειτουργικότητα καθιστά εφικτή την κινητικότητα του κεφαλαίου στο εσωτερικό της μονάδας παραγωγής, το οποίο ταυτόχρονα διευκολύνει και την κινητικότητα σε επίπεδο κλάδων παραγωγής με το σύστημα της ενοικίασης μέσων παραγωγής.

4. η πολυλειτουργικότητα της εργατικής δύναμης, δηλαδή, η ικανότητα του εργάτη που συνήθως ασκεί μια εργασία να αντικαθιστά προσωρινά άλλους εργάτες σε μία ή περισσότερες θέσεις εργασίας.

5. η κινητικότητα της εργατικής δύναμης στο εσωτερικό της μονάδας παραγωγής δημιουργεί ανάγκη για εκπαίδευση των εργατών έξω από την παραγωγή για απόκτηση θεωρητικών γνώσεων και ικανοτήτων αφαίρεσης που η πείρα από μόνη της δεν αρκεί για να αποκτηθούν.

Με τα αυτοματοποιημένα μέσα εργασίας έχουμε ένα άλμα της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου και θεαματική αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας.

Μέσα από την περιοδολόγηση των βιομηχανικών επαναστάσεων είναι φανερό ότι η οικονομία των μεγάλων καπιταλιστικών κρατών βασιζόταν στην ποικιλότροπη εκμετάλλευση των αποικιών (18ος, 19ος αιώνας). Ο Karl Marx θεώρησε την αποικιοκρατία ως μια βασική πλευρά της ιστορικής διαδικασίας πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου, και συνεπώς ως μία από τις προϋποθέσεις για την κυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου την περίοδο της αποικιοκρατίας εξελίχθηκε με γρήγορους ρυθμούς, καθώς επίσης και την περίοδο μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Όταν οι αποικίες έγιναν ανεξάρτητα κράτη και αναπτύχθηκε η οικονομία με το ίδιο μοντέλο διαχείρισης των μητροπολιτικών καπιταλιστικών κρατών άρχισε η επιβράδυνση της ανάπτυξης, που σημαίνει λιγότερα κέρδη και επιβράδυνση κερδών.

Η συγκέντρωση του κεφαλαίου στα μονοπώλια και στις τράπεζες οδηγεί στη συγκεντρωτική και απόλυτη διαχείριση και ρύθμιση του κεφαλαίου από όλο και λιγότερα άτομα κατά τη διαδικασία της κυκλοφορίας του, που αποσκοπούν μόνο στην αύξηση του κέρδους ανεξάρτητα από τη σχέση αξίας της εργασίας, του εμπορεύματος και των αναγκών. Σε τελευταία ανάλυση δεν υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στο ατομικό και στο δημόσιο συμφέρον. Οι μηχανισμοί συγκέντρωσης οδηγούν στην ενοποίηση του μεγάλου επιχειρηματικού κεφαλαίου μέσω του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου (χρηματιστήρια). Η ιστορία δείχνει ότι οι σταδιακές φάσεις ενοποίησης, διεθνοποίησης και ολοκλήρωσης της λειτουργίας του παγκόσμιου κεφαλαίου πραγματοποιούνται μέχρι τις μέρες μας με εσωτερικές συγκρούσεις.

 

Η επίδραση της τεχνολογίας στο κέρδος και στη σύνθεση του κεφαλαίου

Οι αντιφάσεις της συσσώρευσης του κεφαλαίου είναι εγγενείς με τις αντιφάσεις της κεφαλαιακής σχέσης, που υπαγορεύονται από τη «λογική» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Σε αυτόν τον τρόπο παραγωγής ο καπιταλιστής, ως κάτοχος μέσων παραγωγής, μισθώνει εργασία με σκοπό την υπεραξία, δηλαδή το κέρδος, που αποκομίζει λόγω της εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης.

Το προϊόν που παράγεται με την αναγκαία εργασία καταλήγει στον εργάτη με τη μορφή του μισθού εργασίας, ενώ το προϊόν της υπερεργασίας καταλήγει στον καπιταλιστή με τη μορφή της υπεραξίας, η οποία δείχνει και το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης. Το ποσοστό της υπεραξίας εξαρτάται από τρεις παράγοντες: τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας, την παραγωγικότητα της εργασίας και την ποσότητα των εμπορευμάτων που αποτελούν τον πραγματικό μισθό του εργάτη.

Το ποσοστό κέρδους, σύμφωνα με το Μαρξ εξαρτάται από την υπεραξία και την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, δηλαδή τη σχέση ανάμεσα στο σταθερό και το μεταβλητό κεφάλαιο. Κάθε παράγοντας που θα τείνει να αυξήσει την υπεραξία ή να μειώσει το μερίδιο του σταθερού κεφαλαίου στο συνολικό κεφάλαιο, θα τείνει να συγκρατήσει την πτώση του ποσοστού κέρδους. Αντισταθμιστικός παράγοντας της πτώσης του ποσοστού κέρδους είναι, για παράδειγμα, η παράταση της εργάσιμης ημέρας, η εντατικοποίηση της εργασίας, η τεχνική μείωσης των μισθών που οδηγούν στην αύξηση της υπεραξίας.

Οι «ειδικά καπιταλιστικές μέθοδοι παραγωγής», όπως λέει ο Μαρξ, αυξάνουν την παραγωγικότητα. Η αύξηση της παραγωγικότητας απαιτεί μια ακόμη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου, η οποία για να πραγματοποιηθεί απαιτεί μια αύξηση του «ποσοστού αποταμίευσης» των καπιταλιστών, πράγμα που οδηγεί στην πτώση του ποσοστού κέρδους.

Η πίεση που ασκείται μέσω του ανταγωνισμού των ατομικών κεφαλαίων για ολοένα και εντονότερη εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης οδηγεί σε σημαντικούς μετασχηματισμούς της σύνθεσης του κεφαλαίου, όπου σε σημαντική έκταση η ανθρώπινη εργασία αντικαθίσταται από τη μηχανική. Οι δυνάμεις του κεφαλαίου ιστορικά, ενώ πριμοδοτούν σχεδόν πάντα μια συνεχή ανοδική τάση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, που θα επέτρεπε την παραγωγή ενός υψηλότερου ποσοστού υπεραξίας, ταυτόχρονα αντιστάθηκαν στην τάση αυτή προκειμένου να αποτρέψουν τη μείωση του ποσοστού κέρδους. Μια σημαντική ώθηση στην παραπέρα άνοδο της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου δόθηκε με τη ραγδαία τεχνολογική πρόοδο.

Η εισαγωγή των υπολογιστών και της πληροφορικής στην παραγωγή και την κυκλοφορία επέτρεψε τη μέγιστη δυνατή ορθολογική αξιοποίηση της παραγωγικής δυναμικότητας, επιτάχυνε τόσο τη χρηματική όσο και την εμπορευματική κυκλοφορία οδηγώντας σε αύξηση της ταχύτητας κύκλησης του κεφαλαίου και οδήγησε στην επιτάχυνση του κύκλου του κεφαλαίου με τη συντόμευση του ίδιου του χρόνου της παραγωγής. Η εισαγωγή των υπολογιστών και της πληροφορικής διαφοροποιεί και το μοντέλο οργάνωσης και ελέγχου της εργασίας.

Η εισαγωγή των αυτοματοποιημένων μηχανών στην καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής έχει αντιφατικά αποτελέσματα πάνω στο ποσοστό κέρδους: αύξηση του ποσοστού υπεραξίας αλλά και αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Η αυτοματοποίηση οδηγεί στην εξοικονόμηση σταθερού κεφαλαίου με έναν από τους τρόπους εξοικονόμησης να είναι η αδιάκοπη λειτουργία του συστήματος των μηχανών πράγμα που αυξάνει τη μάζα της ιδιοποιούμενης από τον καπιταλιστή υπεραξίας. Η εξοικονόμηση σταθερού κεφαλαίου γίνεται για το κεφάλαιο πιο σημαντική από την εξοικονόμηση μεταβλητού κεφαλαίου.

Η πολυλειτουργικότητα δεν εμφανίζεται πλέον σαν μια σύμφυτη ιδιότητα του αυτοματισμού, αλλά το αποτέλεσμα της αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Ο αυτοματισμός καθιστά δυνατή την πολυλειτουργικότητα, δηλαδή την κινητικότητα του παγίου κεφαλαίου στο εσωτερικό της μονάδας παραγωγής πράγμα που επιτρέπει την αδιάκοπη αξιοποίησή του.

Η αυτοματοποίηση της καπιταλιστικής παραγωγής έχει σαν όρο της τη συγκρότηση ενός συλλογικού εργάτη ικανού να αντιδρά γρήγορα στα τυχαία γεγονότα που απορρυθμίζουν το αυτοματοποιημένο σύστημα των μηχανών και να αποκαθιστά τη λειτουργία του. Με το αυτοματοποιημένο μηχανικό σύστημα δεν υπάρχει πια άμεση σχέση ανάμεσα στο ρυθμό εργασίας του ατομικού εργάτη και στο ρυθμό παραγωγής. Η σχέση εξουσίας, σχέση υλικής ιδιοποίησης των μέσων παραγωγής, μετατοπίζεται από τον ατομικό εργάτη στο συλλογικό εργάτη.

Η γενίκευση της αυτοματοποίησης της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής, που επιβλήθηκε από την κρίση του κεφαλαίου ανοίγει μια νέα περίοδο αναδιάρθρωσης των αντιθέσεων ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία.

Έχει ενδιαφέρον όμως στην παραπάνω προβληματική να παρουσιάσουμε τις βασικές θέσεις της θεωρίας τη Επιστημονικής Τεχνικής Επανάστασης (ΕΤΕ), όπως τις διατύπωσε ο Ράντοβαν Ριχτά(1967), οι οποίες είναι οι παρακάτω:

Θέση 1η: η σημερινή εποχή χαρακτηρίζεται καθοριστικά από την Επιστημονική Τεχνική Επανάσταση, όπου στη σφαίρα της παραγωγής η αρχή της εκμηχάνισης που μέχρι τότε έβαζε τη σφραγίδα της στην παραγωγή αντικαθίσταται από την αρχή της αυτοματοποίησης.

Θέση 2η: ο πυρήνας της Επιστημονικής Τεχνικής Επανάστασης έγκειται στο γεγονός ότι αποκαθίσταται μια νέα σχέση μεταξύ επιστήμης και βιομηχανίας μέσω της οποίας η επιστήμη αναδεικνύεται σε άμεση και αποφασιστική παραγωγική δύναμη.

Θέση 3η: η είσοδος της επιστήμης στην παραγωγή έχει σαν αποτέλεσμα την εισαγωγή ενός νέου ορθολογισμού στη διαδικασία εργασίας και στους νόμους εξέλιξης της ανθρωπότητας.

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αναφερθούμε στη μέθοδο με την οποία ο Μαρξ επιχειρεί να αναλύσει την εμφάνιση και ανάπτυξη των τεχνολογικών εφαρμογών της επιστήμης και την ενσωμάτωσή τους στην παραγωγή. Σύμφωνα με τον Μαρξ το κεφάλαιο προστρέχει στη μηχανοποίηση μόνον όταν:
α) η χρησιμοποίηση της νεκρής εργασίας (αποθηκευμένης στα μηχανικά εργαλεία) επιτρέπει την απόσπαση ενός μεγαλύτερου μέρους υπερεργασίας.
β) οι τεχνολογικές εφαρμογές της επιστήμης που συνδέονται με τη μηχανοποίηση επιτρέπουν μια πληρέστερη κυριαρχία του κεφαλαίου στη διαδικασία εργασίας και εξασφαλίζουν την υποταγή του εργάτη σε αυτό.

Σημασία έχει «να προωθούμε τη θεωρία για να μην μείνουμε πίσω στη ζωή» (Λένιν). Έτσι η ανάλυση των σύγχρονων μετασχηματισμών στην παραγωγή και στο κράτος που συντελούνται στο έδαφος των διευρυνόμενων τεχνολογικών εφαρμογών της επιστήμης είναι σήμερα περισσότερο επείγουσα από ποτέ.

 

Επιστημονικές επαναστάσεις και μορφές οργάνωσης της κοινωνικής παραγωγής

Στην διαδικασία της παραγωγής οι εργαζόμενοι βρίσκονται υπό καπιταλιστικό έλεγχο κατά την διάρκεια της εργασίας τους. Ποιες στρατηγικές διευθυντικού ελέγχου της εργασίας υιοθετούνται σε δεδομένο επίπεδο τεχνολογίας και οργάνωσης της παραγωγής; Οι μορφές ελέγχου ποικίλουν, συσχετίζονται με συγκεκριμένες ιστορικές και κοινωνικές καταστάσεις και διάφορες θεωρίες οργανώσεων. Η επιδίωξη αύξησης του υπερπροϊόντος και η επιταγή ελέγχου της εργασίας συνιστούν σταθερές στις αναλύσεις των κλασσικών θεωρητικών της διοίκησης.

Στη βιομηχανική παραγωγή κατά τον 20ο αιώνα γίνεται προσπάθεια να δημιουργηθούν νέες μέθοδοι εργασίας με στόχο τον έλεγχο των στοιχείων που είχαν απομείνει υπό τον έλεγχο των εργατών, δηλαδή η γνώση τους και οι δεξιότητές τους. Στο μοντέλο οργάνωσης και ελέγχου της εργασίας του Τέιλορ «οι διευθυντές αναλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, το καθήκον να συλλέξουν όλη την παραδοσιακή γνώση που κατείχαν στο παρελθόν οι εργάτες και να τη μετασχηματίσουν σε κανόνες, νόμους και τύπους μέσω ταξινόμησης και συστηματοποίησης. Αυτό θα βοηθήσει εξαιρετικά τους εργάτες στην καθημερινή τους δραστηριότητα».

Η θεωρητικοποίηση του Τέιλορ είχε ως μόνη βάση το μετασχηματισμό της εργασιακής δύναμης σε εργασία. Η θεωρία του αποτελεί μια νέα μέθοδο βελτίωσης της παραγωγικότητας με την τελειοποίηση του ελέγχου των εργαζομένων. Οι μάνατζερ δεν θα ελέγχουν μόνον τη δραστηριότητα των εργατών, αλλά θα καθορίζουν και το σχεδιασμό σε αντίθεση με την πριν τον Τέιλορ κατάσταση, στην οποία οι εργάτες είχαν την πρωτοβουλία για τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας τους.

Οι ιδέες του Τέιλορ εκφράστηκαν με το φορντισμό. Ο Ford επισημαίνει ότι το μυστικό της καπιταλιστικής παραγωγής συνδέεται, αφενός, με την ορθολογική οργάνωση της εργασιακής διαδικασίας και αφετέρου με την διατήρηση ενός καλού ρυθμού εργασίας. Ο ίδιος είχε επισημάνει ότι «ο αρχικός καταμερισμός και η περαιτέρω υποδιαίρεση των δράσεων και η διατήρηση του ρυθμού εργασίας συνιστούν τα βασικά στοιχεία της παραγωγής». Στην ουσία ο Ford επιτυγχάνει με την εφαρμογή των ιδεών του Τέιλορ και την εντατικοποίηση και την εξασφάλιση ελέγχου της εργασίας.

Ο Harvey θεωρεί το φορντισμό ως ένα σύνολο πρακτικών που αφορούν τον έλεγχο της εργασίας, των τεχνολογιών, των καταναλωτικών συνηθειών και των κοινωνικών και οικονομικών συσχετισμών εξουσίας. Τα βασικά χαρακτηριστικά του φορντισμού είναι: η μαζική παραγωγή, ο Τειλορικός καταμερισμός της εργασίας, η χρήση της γραμμής παραγωγής, η χρήση τυποποιημένων εξαρτημάτων στη συναρμολόγηση και η αυτοματοποίηση της παραγωγής.

Σύμφωνα με τον Lipietz, ένας από τους λόγους κρίσης του φορντισμού-τευλορισμού συνδέεται με τη ζήτηση, η οποία, σε γενικές γραμμές, έφθασε στα όριά της λόγω της έντασης του διεθνούς ανταγωνισμού μεταξύ των ανεπτυγμένων χωρών. Έτσι, αναπτύσσεται σταδιακά το μεταφορντικό μοντέλο οργάνωσης της παραγωγής αν και στο επίπεδο της οικονομικής πραγματικότητας δεν φαίνεται να έχει εξαντληθεί το παράδειγμα του φορντισμού.
Το μεταφορντικό μοντέλο χαρακτηρίζεται από τις εξής εκδοχές: 1) εξωτερική ευελιξία (ευέλικτη εξειδίκευση) σε συνδυασμό με έναν άμεσο ιεραρχικό έλεγχο 2) εξωτερική ακαμψία της σύμβασης εργασίας σε συνδυασμό με την εμπλοκή των εργατών παραγωγής μέσω των διαπραγματεύσεων και 3) ευελιξία στην εξωτερική αγορά εργασίας, δηλαδή, άκαμπτες συμβάσεις για τους εργάτες του πυρήνα παραγωγής και ευέλικτες για το περιφερειακό εργατικό δυναμικό.

Η Toyota ανέπτυξε ένα σύστημα παραγωγής που αναγγέλθηκε ως μείζων καινοτομία και το οποίο βασιζόταν στο just-in-time και στην έξυπνη αυτοματοποίηση ή αυτοματοποίηση με ανθρώπινη παρέμβαση. (Ohno, 1974: 4). Χαρακτηριστικό του συστήματος είναι ότι η παραγωγή οργανώνεται από το τέλος προς την αρχή. Το πρόγραμμα παραγωγής φθάνει στην τελική γραμμή συναρμολόγησης και στη συνέχεια η μέθοδος μεταφοράς των υλικών αντιστρέφεται, μια μεταγενέστερη διεργασία, ανάγεται σε μια προγενέστερη προκειμένου να αντλήσει μόνο τον αριθμό των εξαρτημάτων που χρειάζονται, τη στιγμή που χρειάζονται.

Το μοντέλο αυτό εξελίχθηκε σε ένα σύστημα παραγωγής που μπορεί να ανταποκριθεί στην πρόκληση της διαφοροποίησης και όταν η ζήτηση δεν είναι προβλέψιμη, ενώ το παραδοσιακό σύστημα της σχεδιασμένης παραγωγής δεν ανταποκρίνεται εύκολα στις αλλαγές. Όπως αναφέρει ο Ohno, 1997: ΙΧ, ο σημαντικότερος στόχος του συστήματος ήταν η αύξηση της απόδοσης της παραγωγής μέσω μιας συνεπούς και ολοκληρωτικής εξάλειψης της σπατάλης κατά τη διαδικασία μετατροπής της εργασιακής δύναμης σε εργασία. Σε τελευταία ανάλυση το μοντέλο αυτό «δημιουργεί νέο πρότυπο από την άποψη της εντατικοποίησης της εργασίας με τη χρήση και των δύο μορφών απόσπασης της υπεραξίας, της απόλυτης και της σχετικής» (Antunes, 2000: 53,56).

Τις δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα οι βασικοί τομείς που οι ελίτ θέλουν να προωθήσουν και να αναπτύξουν μέσα από την «4η Βιομηχανική Επανάσταση» είναι: η αύξηση της επεξεργαστικής ισχύος των υπολογιστών (υπερ-υπολογιστές, κβαντικοί υπολογιστές κ.α.), γρηγορότερη και ασφαλέστερη διασύνδεση και αποθήκευση (mobile internet, τεχνολογία νέφους-cloud computing, κβαντική τηλεμεταφορά, οικονομία διαμοιρασμού-πχ Airbnb, πληθοπορισμός-crowdsourcing, προηγμένες τηλεπικοινωνίες κ.α.), ανάλυση μαζικών δεδομένων, ρομποτική, αυτοματοποίηση της παραγωγής, αυτόματες μεταφορές, προηγμένη μεταποίηση, τρισδιάστατη εκτύπωση, τεχνητή νοημοσύνη, διαδίκτυο των αντικειμένων, επιστήμη των υλικών, επαυξημένη πραγματικότητα, γενετική και γονιδιωματική, σύνδεση βιολογικού και φυσικού με ψηφιακό, τεχνητά μέλη, βιοτεχνολογία, νανοτεχνολογία, κυβερνοχώρος σε σύνδεση με την πραγματική ζωή, μέθοδοι επιβολής προτύπων, ψηφιακός έλεγχος και επιτήρηση, νέοι τρόποι διακυβέρνησης.
Επίσης η «4η Β.Ε.», όπως παρουσιάστηκε στο φόρουμ του Νταβός, θέλει να υλοποιήσει μια μορφή οργάνωσης της διαδικασίας παραγωγής με βάση τις συσκευές που επικοινωνούν αυτόματα μεταξύ τους. Αυτό είναι το μοντέλο του «έξυπνου εργοστασίου», όπου τα συστήματα κινούνται μέσω υπολογιστή, ελέγχουν τις φυσικές διαδικασίες, δημιουργούν ένα εικονικό αντίγραφο του φυσικού κόσμου και παίρνουν αποκεντρωμένες αποφάσεις, βασιζόμενες σε μηχανισμούς αυτοοργάνωσης, σε δίκτυα αλληλεπίδρασης με τους πολίτες-καταναλωτές κ.α.. Αυτό που θέλουν να πετύχουν είναι η μεγαλύτερη παραγωγή υπεραξίας, η μείωση του κόστους, η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και των καινοτομιών, η ρύθμιση της παραγωγής και η αυτόματη βελτίωσή της με βάση τη ζήτηση κ.α..

Όμως είμαστε ακόμη στην αρχή όλων αυτών. Ένα ερώτημα όμως πρέπει να διερευνηθεί. Ανατέλλει μια νέα Βιομηχανική Επανάσταση ή αυτό που γίνεται τώρα είναι το ανώτερο στάδιο μιας προηγούμενης επανάστασης;

 

Θεσσαλονίκη 15-2-2019

Ο πληθοπορισμός είναι ένα μοντέλο κατανεμημένης επίλυσης προβλημάτων και λειτουργίας

Επαυξημένη πραγματικότητα είναι η σε πραγματικό χρόνο άμεση ή έμμεση θέαση ενός φυσικού, πραγματικού περιβάλλοντος, του οποίου τα στοιχεία επαυξάνονται από στοιχεία αναπαραγόμενα από συσκευές υπολογιστών, όπως ήχος, βίντεο, γραφικά ή δεδομένα τοποθεσίας.

οικονομία διαμοιρασμού: οικονομικό σύστημα που λειτουργεί αποκλειστικά μέσω διαδικτύου χρησιμοποιείται από ιδιώτες χωρίς ή με αμοιβή και βασίζεται στην κοινή χρήση αγαθών που μπορεί να χρησιμοποιούνται μερικώς.

 

 Παντελής Τέντες

Top
Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε τον ιστότοπό μας. Συνεχίζοντας τη χρήση αυτού του ιστότοπου, δίνετε τη συγκατάθεσή σας για τη χρήση των cookies. More details…